LEXICO
[WALK] ενεργοποίησε, πάτησε, επέπλευσε, απέπλευσε, ορθοπόδησε, δρομολόγησε, ξεκίνησε, προχώρησε, πήγαινε, βάδισε, περπάτησε, διέσχισε, απόδρασε, ταξίδεψε, μεταμόρφωσε, διείσδυσε, ξεπέρασε, προσπέρασε, οδήγησε.
[ON] πάνω, πέρα, μακριά, επιπλέον, παρακάτω, παραπάνω, υπεράνω, πάντα, αλλού, παντού, γρήγορα, σταθερά, γερά, διαφορετικά, αδιάβροχα σωστά, μπροστά.
[WATER] ανόθευτο, κρυστάλλινο, διάφανο, συλλεκτικό, πρωτοπόρο, υπερβατικό, ανατρεπτικό, διαχρονικό, αέναο, ασταμάτητο, ορμητικό, αντισυμβατικό, ανανεώσιμο, αιώνιο, εμπνευσμένο, πολύτιμο, περιεκτικό, ουσιώδες, ζωοποιό, δημιουργικό.